Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

ε-ε-έρχεται!



..το τέταρτο άλμπουμ των αγαπημένων Woven Hand, Ten Stones. Δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα η επίσημη ημερομηνία κυκλοφορίας, αλλά τον Απρίλη ο Eugene παίρνει τον ντράμερ του Ordy Garrison και πάιρνουν τους δρόμους, της Αμερικής μόνο δυστυχώς, για να προϊδεάσουν τους τυχερούς που θα μπορέσουν να τους δούνε για το τι μας έχουν ετοιμάσει. Can't wait! Θα 'ρθειτε κι από δω έτσι;

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Ναρκισσισμοί

Daffodils, ασφόδελοι ή νάρκισσοι, είναι το λουλούδι σήμα κατατεθέν της περιοχής και σημάδι για μένα ότι έρχεται η άνοιξη, άσχετα αν ο καιρός είναι μουντός. Εδώ παραπάνω, στο Lake Distict , έγραψε ο Wordsworth το πιο γνωστό του ποίημα για τα daffodils. Κάθε χρόνο το εκρηκτικό κίτρινο χρώμα τους γεμίζει και τα δικά μου μάτια και καρδιά αισιοδοξία, κάθε χρόνο παίρνουν περίοπτη θέση και στο βάζο μου και με καλημερίζουν κάθε πρωί. Έτσι και φέτος, τα πρώτα daffodils μπήκαν στο σπίτι και τα αφιερώνω στην witch of daffodils :)
(Διαβάστε εδώ για την έρευνα που ισχυρίζεται ότι το φυτό βελτιώνει τη μνήμη και καταπολεμά την άνοια !μάγισσα φτιάξε ματζούνια :)

I Wandered Lonley As A Cloud -William Wordsworth
I wandered lonely as a cloud
That floats on high o'er vales and hills,
When all at once I saw a crowd,
A host, of golden daffodils;
Beside the lake, beneath the trees,
Fluttering and dancing in the breeze.
Continuous as the stars that shine
And twinkle on the milky way,
They stretched in never-ending line
Along the margin of a bay:
Ten thousand saw I at a glance,
Tossing their heads in sprightly dance.
The waves beside them danced;
but they Out-did the sparkling waves in glee:
A poet could not but be gay,In such a jocund company:
I gazed--and gazed--but little thought
What wealth the show to me had brought:
For oft, when on my couch I lie
In vacant or in pensive mood,
They flash upon that inward eye
Which is the bliss of solitude;
And then my heart with pleasure fills,
And dances with the daffodils.

ΛΗΘΗ
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής.
Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακολουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται,–
Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν–μα δε βολεί να λησμονήσουν.
Λορέντζος Μαβίλης (Μάης 1896)

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

τα σκυλάκια του Παβλόφ


τι να 'ναι αυτό που με κάνει να θέλω να μυρίσω ζεστή κανέλα όταν ακούω τον αέρα να λυσσομανάει έξω;


(μια παράλλαγή σε ιδέα της elie)

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Pogo sto Pogoni

Βρήκα αυτό το συγκλονιστικό κείμενο:

"Στην 'Ηπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι"
του Κώστα Γεωργουσόπουλου

"Τα συναισθήματα δεν είναι σαν τα νομίσματα, παλαιάς και νέας κοπής. Δεν διαφέρει το πένθος, ο ενθουσιασμός, η οργή και η επιείκεια είτε κατοικείς σε παλάτια ή καλύβια είτε ευρίσκεσαι σε εποχές συρράξεων ή ημέρες συγκομιδής και περισυλλογής. Ο πόνος είναι πόνος, η χαρά χαρά. Ίσως να διαφέρουν τα μέσα, οι μόδες, ίσως οι εντάσεις να είναι διαφορετικές, ίσως να επιστρατεύονται, ανάλογα με τις συνθήκες, άλλα κουράγια. Ο πόνος, το πένθος, η απελπισία μπροστά στον θάνατο αγαπημένων προσώπων δεν άλλαξε ως βίωμα, ως τραύμα, ως εγκαυστική. Απόδειξη οι θρήνοι, στον Όμηρο, στους τραγικούς, στους ρομαντικούς, στους ρεαλιστές, στους συμβολιστές ακόμη και στους υπερρεαλιστές δημιουργούς. Θα έλεγα μάλιστα πως όσο οι συνθήκες του βίου περιορίζουν τις δυνατότητες να εκδηλωθεί, να εκφραστεί, να σκιστεί το συναίσθημα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ένταση.
Παλιότερα, κι όχι μόνο στην ύπαιθρο χώρα και στα μικρά μέρη, αλλά και στην πρωτεύουσα και έως πριν από λίγα χρόνια στις «επαρχίες» της Αθήνας, τον νεκρό μας τον ξενυχτούσαμε στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο, από εκεί τον κηδεύαμε και επιστρέφοντας από την ταφή επιστρέφαμε (ομηρικότατα) και στη ζωή δειπνώντας με κοινό δείπνο, όπου συγγενείς, γείτονες, φίλοι προσέφεραν σε έρανο τα φαγητά τους. Αυτός ο Νεκρόδειπνος (έχει μνημειωθεί από τον Σικελιανό και τον Σινόπουλο) λεγόταν κατά περιοχή «Μακαριά» ή «Παρηγοριά». Τώρα ο νεκρός μας ξενυχτάει μόνος σ' ένα ψυγείο νεκροτομείου και η «παρηγοριά» έχει συρρικνωθεί σε τυποποιημένο καφέ, παξιμαδάκι, κονιάκ που προσφέρεται στο κυλικείο του Νεκροταφείου και συνήθως οι πενθούντες διά του Τύπου δηλώνουν ότι δεν θα δεχτούν «συλλυπητηρίους επισκέψεις». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως μειώθηκε το πένθος, η απελπισία για την απουσία των προσφιλών; Όχι, αντίθετα, γίνονται σχεδόν αφόρητα και συνήθως καταλήγουν οι άνθρωποι στον ψυχίατρο, στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία. Σ' αυτό οδήγησαν οι συνθήκες του βίου, η τυραννία του μεροκάματου, η στενότητα του χώρου (πώς θα κατεβεί το φέρετρο από τον 5ο όροφο μια και δεν χωράει στο ασανσέρ;!), το σκόρπιο σε μεγάλες αποστάσεις συγγενολόι αλλά και οι εργαζόμενοι σύνοικοι, που δεν γνωρίζουμε ούτε ποιοι είναι, που οι θρήνοι και η συρροή σε ώρες κοινής ησυχίας τούς ενοχλούν και συχνά καλούν την Αστυνομία!
Και τα γλέντια; Παλιότερα σε γιορτάδες μέρες ή σε επετείους και ονομαστικές εορτές, σε γάμους και βαφτίσια στις αυλές, στα τρίστρατα ή στα αλώνια στρώνονταν τραπέζια, βράζανε καζάνια, καλούσαν κομπανίες και κάθε μεγάλος ή μικρός χώρος γινόταν χοροστάσι, πανηγύρι, μέγα επικοινωνιακό γεγονός με απόλυτη συναισθηματική φόρτιση. Σπονδή στον Διόνυσο και ξόρκι του θανάτου. Μπορεί να κλειστεί το γλέντι στα στενά, τσιμεντένια κλουβιά όπου μετοικήσαμε; Προσπάθειες εξόδου γίνονται με τις συνεστιάσεις συμπατριωτών, συντεχνιών, συναδέλφων ή καλεσμένων φίλων σε οργανωμένους χώρους διασκεδάσεως. Ακραία μορφή εξομοίωσης γλεντιού, αυτά τα νέα εφευρήματα, τα διάφορα «Κτήματα» όπου προσομοιώνεται ο χώρος με χωριό, πανήγυρη, αυλή κ.λπ. Κι όμως, η λαχτάρα των ανθρώπων να απεκδυθούν από τις πιεστικές καθημερινές μέριμνες, από την καταθλιπτική τυραννία της εργασιακής επανάληψης, τους οδηγεί, έστω κατά τρόπο συναισθηματικής σκηνοθεσίας, να γλεντήσουν μέσα σε χώρους στενούς, αστικούς και να φαντασιωθούν τον αρχαίο τρόπο διονυσιακής εορτής. Μου συνέβη πρόσφατα. Βρεθήκαμε καλεσμένοι σε σύγχρονο μεγαλοαστικό διαμέρισμα σε υψηλό όροφο προαστίου της Αθήνας, πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, δικαστές, δικηγόροι, συνθέτες - τραγουδιστές, συγγραφείς και φοιτητές, ηλικιακό φάσμα με άνυσμα πενήντα χρόνια. Προέλευση Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Ο πυρήνας, οι τελευταίοι και οι οικοδεσπότες.

H βραδιά ξεκίνησε τυπικά, ως συνήθως. Σκόρπιες παρέες στις διάφορες διαμορφωμένες γωνιές του ευρύχωρου σαλονιού. Οι τυπικές αναγνωριστικές συζητήσεις για να σπάσει ο πάγος, να βρεθούν κοινά ενδιαφέροντα, να αναζητηθούν ευθείς και πλάγιοι δεσμοί, μακρινοί γνώριμοι, φοιτητικές παρέες, συμπεθεριά συγγενών και τα γνωστά. Σ' ένα μικρό δωμάτιο, δίπλα στο σαλόνι, τρεις άγνωστοι και ξεμοναχιασμένοι άντρες έπιναν ουζάκι και τσιμπολογούσαν μεζεδάκια. Ωσπου ήρθαν τα φαγητά. Από έμπειρα χέρια νοικοκυράς, ηπειρώτικες γεύσεις, πίτες, κρέατα, τυριά, ορεκτικά και κόκκινο κρασί. Τα πηγαδάκια συγκεντρώθηκαν σε δύο εστίες, σε δύο κοινές τράπεζες. Το κρασί έρρευσε, λύθηκαν οι γλώσσες. Και τότε το θαύμα συντελέστηκε. Οι τρεις περίεργοι επισκέπτες του διπλανού δωματίου στρώθηκαν ανάμεσα στα δύο τραπέζια, άνοιξαν τους σάκους τους και αποκάλυψαν τον ρόλο τους. Ένα κλαρίνο, ένα ακορντεόν, ένα ντέφι. Κι άρχισε το γλέντι και άστραψε η μουσική. H ηπειρώτικη, στην πραγματικότητα η βορειοηπειρώτικη, κομπανία από το Αργυρόκαστρο μπήκε μέσα στο στενό τσιμεντένιο μεγαλοαστικό φρούριο και το ανατίναξε. Το σαλόνι σε λίγα λεπτά, όταν ο πρώτος «σκάρος» πλημμύρισε την ατμόσφαιρα, μετατράπηκε σε πλατύ αλώνι, σε χοροστάσι, σε εσωτερική αυλή μοναστηριού μέρα πανηγυριού. Τα αυστηρά έπιπλα μέσα στην αχλύ των μουσικών κλιμάκων έγιναν στασίδια, βραχάκια, θημωνιές, κρασοβάρελα, σούστες, χράμια, βελέντζες, κιλίμια. Κάπου είχες την ψευδαίσθηση ότι καμάρωνε ο αργαλειός, πιο πέρα το πιθάρι με τα παστά, οι κάδοι με τις τσακιστές ελιές, οι πολυέλαιοι μετατράπηκαν ξαφνικά σε πάτερα απ' όπου κρέμονταν μάτσα με χαμομήλια, ρίγανη, τσάι του βουνού και πιο πέρα αρμαθιές σκόρδα, κρεμμύδια, ξερά σύκα, λουκάνικα. Ναι, η μουσική ξυπνούσε στους αλλοτριωμένους λόγιους, επιστήμονες και στους εξόριστους στο άστυ συγγραφείς και συνθέτες το ρίγος του βυθού, τη ναρκωμένη μνήμη. Το κλαρίνο κεντούσε μουσικά σιρίτια με χρυσές κλωστές πάνω σε βελουδένιες ποδιές. Το ακορντεόν κελάηδιζε, γουργούριζε και άλλοτε παιζογελούσε και το ντέφι είχε βρει τους σφυγμούς στους καρπούς των χεριών της ομήγυρης και χτυπούσε με τον ρυθμό της καρδιάς μας.

Στην Ηπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι, λες και αυτός ο εδραίος λαός (οι αρχαίοι Σελλοί, οι εδραίοι, οι αυτόχθονες, από όπου και η Ελλάς αργότερα) έκανε γλέντι, τραγούδι και χορό την ηρακλείτεια διαλεκτική, όπου ζωή και θάνατος, πένθος και χαρά, ύπνος και ξύπνιο, γηρατειά και νιάτα, μέρα και νύχτα είναι το ίδιο, το ένα περιέχεται μέσα στο άλλο, παλίντονος αρμονία. Από τις αρτηρίες στον ρυθμό. Οι τρεις δεξιοτέχνες χειριζόμενοι τους δρόμους τους μουσικούς μεθοδικά, συστηματικά, με την αρχαία σοφία που κουβαλάνε γνωρίζουν πως σιγά-σιγά μπαίνοντας στις αρτηρίες, ακολουθώντας τις παλινδρομήσεις του αίματος, φτάνουν στην καρδιά και επιταχύνουν τους παλμούς της και οι παλμοί κινητοποιούν προς τον εγκέφαλο τις φυσαλλίδες του αλκοόλ και εκείνο μεθάει τα κύτταρα του εγκεφάλου και στέλνει μηνύματα στα πόδια και τα πόδια μπαίνουν στον ρυθμό και ο ρυθμός οδηγεί τα βήματα στον χορό. Ετσι όλοι οι πριν από λίγο συγκρατημένοι, ευπρεπείς, πολιτισμένοι συνδαιτυμόνες πετάνε τα σακάκια, τις γραβάτες και με τα πουκάμισα έξω από το παντελόνι και οι γυναίκες χωρίς τα ψηλοτάκουνα, χεραγκαλιά, τελούν τους βαθύρριζους αργούς στην αρχή κύκλιους χορούς πρώτα της Ηπείρου και ο δεξιοτέχνης του ντεφιού τραγουδά και το κλαρίνο χτίζει ξερολιθιές πυρσογιαννίτικες με τις νότες και το ακορντεόν, άλλοτε ειρωνεύεται και άλλοτε χαριεντίζεται ενώνοντας Ανατολή και Δύση, Βαλκάνια και Τυρρηνικό Πέλαγος. Το παν οργά και ο Διόνυσος στο κέντρο του χορού μαίνεται. Για λίγες ώρες το μεγαλοαστικό σαλόνι έγινε αλώνι, ορχήστρα σατυρικού δράματος, πασχαλινό αναστάσιμο τσιμπούσι. Ω, έπεσαν και παραγγελιές, έπεσε και χαρτούρα και οι μουσικοί, ενώ είχαν προς το ξημέρωμα μαζέψει τα όργανά τους, επέστρεψαν γιατί η βαθιά χαρμολύπη κάποιου γλεντιστή επεθύμησε (πριν ξαναφορέσει το προσωπείο του επαγγέλματος σε λίγες ώρες) ένα βαρύ μοιρολόι. Έτσι όπως το ένιωσε το όλον πράγμα ο Μακρυγιάννης, που τραγουδώντας ένα βαρύ θλιβερό τραγούδι είπε πως «είχε κέφια»! "
πηγή: εφημερίδα
Τα Νέα, και εδώ


Oδοιπορικό στο Πωγώνι εδώ, απ'όπου και το πιο κάτω κείμενο:
"Το πολυφωνικό πωγωνήσιο τραγούδι"

"Η επαρχία του Πωγωνίου βρίσκεται στα βορειοδυτικά του Νομού Ιωαννίνων και οριοθετείται γεωγραφικά από τη Νεμέρτσκα στα βόρεια, τα όρη Τσαμαντά στα νότια, τον Κασιδιάρη και το κάτω τμήμα του ποταμού Γορμού στα ανατολικά και τον Μακρύκαμπο στα δυτικά. Τα κτίσματα στο Πωγώνι ακολουθούν την αισθητική και το πολιτισμικό πρότυπο της Ηπείρου, ενώ οι όποιες διαφορές οφείλονται αποκλειστικά στα διαθέσιμα υλικά, όπως το είδος και το χρώμα πέτρας.
Στα πολύ παλαιότερα χρόνια οι κάτοικοι εδώ ήσαν γεωργοκτηνοτρόφοι, οι δε μετακινήσεις τους είχαν να κάνουν με εναλλαγή σε μικρά υψόμετρα, από τα χειμαδιά στις καλοκαιρινές στάνες και βέβαια σε όχι τόσο μεγάλες αποστάσεις. Ομως η αύξηση σε αριθμό και μέγεθος ορισμένων γαιοκτημόνων, δυσκόλεψε τα πράγματα και ώθησε πολλούς από τους κατοίκους των χωριών να στραφούν σε διάφορα άλλα επαγγέλματα. Ετσι λοιπόν παρουσιάζεται μια στροφή και μια επαγγελματική εξειδίκευση, που συνδέεται άμεσα και με συγκεκριμένα χωριά. Εχουμε λοιπόν πλανόδιους τεχνίτες, όπως ασβεστάδες, βαρελάδες, τσαρουχάδες, χασάπηδες, και βέβαια εμπόρους."
"Το θέμα της ξενιτιάς, που βιώθηκε τόσο έντονα από τους ανθρώπους του Πωγωνίου, κυριαρχεί στα τραγούδια τους και συχνά συγχέεται με το μοιρολόι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πολυφωνικό Πωγωνήσιο τραγούδι που αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στην ελληνική μουσική παράδοση.
Ομως εύλογη η απορία και άμεση η ερώτηση: Τι είναι το πολυφωνικό τραγούδι; Πρόκειται λοιπόν για δημοτικά τραγούδια που εντοπίζονται στην περιοχή των σημερινών ελληνοαλβανικών συνόρων, στο Πωγώνι, τη Δερόπολη, το Δέλβινο, τη Χειμάρρα ή το Λεσκοβίκι.
Οι μελετητές ανάγουν την ηπειρώτικη πολυφωνία σε πολύ παλιές, ίσως και εποχές Προελλήνων. Τα τραγούδια αυτά αποτελούν τη μοναδική περίπτωση λαϊκής πολυφωνίας στην Ελλάδα και φυσικά από τις πλέον ενδιαφέρουσες μουσικές φόρμες στον κόσμο.
Το πολυφωνικό τραγούδι εκτελείται από τουλάχιστον τέσσερις εκτελεστές, που μπορεί να φθάσουν και τους δέκα, αλλά με συνηθέστερο πλήθος τους πέντε ή έξι. Στο πολυφωνικό τραγούδι τηρείται μια αυστηρή ιεραρχία ανάμεσα στους τραγουδιστές, φυσικά σε άμεση εξάρτηση με την τεχνική και τον ρόλο του καθενός στην ομάδα. Στηρίζεται σε ανημίτονες πεντατονικές μουσικές κλίμακες και η μελωδία που ξεπετάγεται μοιάζει να ακολουθεί πιστά το ορεινό ανάγλυφο της Ηπείρου, όσον αφορά την ένταση και το ηχόχρωμα... Ο κορυφαίος που τραγουδάει την κυρίως μελωδία λέγεται πάρτης ή παρτής, ο δεύτερος που γυρίζει το τραγούδι λέγεται γυριστής και οι υπόλοιποι που κρατούν το ίσο, λέγονται ισοκράτες.
Χαρακτηριστικότατο ιδίωμα του πολυφωνικού τραγουδιού είναι και οι λαρυγγισμοί και υπόλογος είναι ένας ακόμα τραγουδιστής, ο κλώστης, που με ιδιόμορφους λαρυγγισμούς και ψεύτικη φωνή κλώθει το τραγούδι. Τα πολυφωνικά τραγούδια έχουν και άλλη διάσταση, αφού συμπορεύονται βιωματικά με κάθε έκφραση της ζωής των ανθρώπων. Από τη χαρά και τη λύπη, από τα μικρά στα μεγάλα, τραγουδιούνται στο χωράφι, στο τραπέζι, στον γάμο, στον θρήνο..."
(φυσικά δε θα μπορούσε να λείψει το πιο διάσημο ίσως τέκνο του Πωγωνίου, ο μετρ Πετρο-Λούκας Χαλκιάς)


Ακούστε δείγμα ηπειρώτικης πολυφωνίας

(ο ποταμός Καλαμάς, εκεί που ο πατέρας έμαθε μπάνιο, μικρό παιδάκι ακόμα)

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Η μέρα μου με εικόνες


ο έρωτας του γερανού και του δέντρου

αν δεν ξέρεις τα

δέντρα θα χαθείς

στο δάσος αλλά αν

δεν ξέρεις τις

ιστορίες μπορεί να

χαθείς στη ζωή


(έλεγε η άδεια καρέκλα-δέντρο, στην άκρη ενός κήπου)

μετά από τόσο σουρρεαλισμό

χρειαζόμουν μια σοκολάτα με τυρί:)